Εργάστηκα τριάντα χρόνια αδιαλείπτως στο χώρο των φροντιστηρίων και ειδικότερα στο ιστορικό φροντιστήριο Ηράκλειτος, μαζί με μια μεγά­λη ομάδα συνεργατών, άξιων ανθρώπων, που ήταν καλύτεροι από μένα στην καθαυτό εκπαιδευτική δουλειά τους και κυρίως στις απαραίτητες οργανωτικές και διοικητικές ανάγκες ενός τόσο μεγάλου οργανισμού.

Εργάστηκα μαζί με εκατοντάδες άλλους καθηγητές, που δεν άντεξαν την ένταση του χώρου ή δεν τους άντεξε αυτός· που αναζήτησαν —μέσα στην αυτοτροφοδοτούμενη ανασφάλεια τους- το σίγουρο και ασφαλές λιμάνι του δημοσίου ή ακολούθησαν άλλους δρόμους. Οι λιγότεροι έφτασαν στη σύνταξη και είναι τώρα απόμαχοι της ζωής. Αλλά, δυστυχώς, αρκετοί δεν πρόλαβαν να φτάσουν στο νήμα και έφυ­γαν πρόωρα από αυτήν την αντιφατική ζωή μας. Εκτός από τους καθηγητές, εργάστηκα στο φροντιστήριο και με μια μεγάλη ομάδα λογιστών, υπαλλήλων της γραμματείας, συντηρητών, και το άλλο βοηθητικό προσωπικό.

Τώρα, ήρθε και η δική μου ώρα να περάσω το κατώφλι της σύνταξης, και δεν είναι άσκοπο να κάνω ένα μικρό απολογισμό.

Διαβάζοντας όλα αυτά τα χρόνια τον Τύπο και παρακολουθώντας τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μελετώντας τα άρθρα των διαφόρων ειδικών της παιδαγωγικής, ακούγοντας τα σχόλια κάποιων δημοσιογράφων που αυτοανακηρΰχτηκαν ειδικοί επί παντός επιστητού, ερχόμενος σε επαφή άμεση ή έμμεση με τους «ελεγκτικούς μηχανισμούς» του κράτους, την εφορία, τους «αδιάφθορους» του ΣΔΟΕ, όλα αυτά προσπαθούσαν να με πείσουν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τη δική μου απασχόληση, σε αντίθεση με τη δική τους ότι πρέπει να ντρέπομαι για τη συμβολή μου στην ταξικότητα της παιδείας, για τα «αμύθητα κέρδη» που βγάζω εργα­ζόμενος επί δεκαετίες από το πρωί μέχρι το βράδυ με συνεχή έγνοια να βελτιώνω τη δουλειά μου και το εκπαιδευτικό μου έργο.

Όχι, λοιπόν. Δεν ντρέπομαι καθόλου. Αντίθετα, νιώθω γεμάτος, όμορφος, δάσκαλος και, σύμφωνα με το χαϊδευτικό των μαθητών μου, «θείος».

Δεν έζησα ούτε μια μέρα από το δημόσιο, δεν πήρα κανενός είδους επίδομα. Δεν «αξιοποίησα» κανένα κονδύλι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, από τη δική μου άμεση και έμμεση φορολόγηση έζησαν από μένα κάποιοι άλλοι.

Νιώθω γεμάτος γιατί συχνά-πυκνά εισπράττω το «αντίδωρο» της δουλειάς μου στην εκπαίδευση, όταν βλέπω στο χώρο μου και σε σχολεία πρώην μαθητές μου να είναι συνεχιστές της εκπαιδευτικής αποστολής. όταν συναντώ ή με συναντούν μαθητές μου-και νυν επιστήμονες- στο δρόμο, στον κινηματογράφο, στο θέατρο, στις διακοπές, στο νοσοκομείο, σε υπηρεσίες, οπουδήποτε.

Νιώθω γεμάτος, γιατί με έναν τίμιο και ξεκάθαρο τρόπο, απέδωσα –και με το παραπάνω— το αντίτιμο των διδάκτρων που οικειοθελώς πλήρωναν οι μαθητές στο φροντιστήριο. Δεν είμαι στην «πρίζα» και σε αναμονή της «ανταμοιβής» μου. Τη δικαίωση των κόπων μου την εισέπραττα καθημερινώς, εκεί που «δενόταν τ΄ ατσάλι», πάνω στην άσκηση της δουλειάς μου.

 Δεν είμαστε «σιδηρουργεία ψυχών», όπως ισχυρίστηκε χουντικός υπουργός. Είμαστε συνδιαμορφωτές, μαζί με άλλους, νέων ψυχών γεμάτων όρεξη· με μάτια που λάμπουν από ανάγκη για γνώση. Πόσες και πόσες φορές δε «ζήλεψα» τη δημιουργική ικανότητα πολλών μαθητών μου, τον ευφυή τρόπο της σκέψης τους, την απέραντη καλοσύ­νη τους. Εγώ στην ηλικία τους ήμουν πολύ πιο πίσω. γι´ αυτό είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας μας.

Δεν είναι λοιπόν τα πράγματα έτσι όπως τα περιγράφουν τα διάφορα τρωκτικά του δημοσίου κορβανά, που θεωρούν φυσικό και αυτονόητο να ζουν από το κράτος; Αυτό να χρηματοδοτεί κάθε δημόσια επαλήθευση της κενής ανωτερότητας τους.

Ας κάτσουν κάτω και να σκεφτούν επιτέλους την ευκολία με την οποία
χαρακτηρίζουν τον κόπο του άλλου. ας κοιτάξουν και μέσα τους.

Προσωπικά, ελπίζω ότι έχω ξεπεράσει το επίπεδο της μνησικακίας έναντι των πάντων. Όταν χρειάστηκε, και όσο μπορούσα έκανα το καθήκον μου την κατάλληλη στιγμή απέναντι στην πατρίδα μου, τη δημοκρατία τους θεσμούς.

Σημασία δεν έχει να ζητάς, αυτό το κάνουν όλοι. Σημασία έχει να δίνεις.

Άνω σχώμεν τας καρδίας . . . Αμήν.